Ένας ροδίτης επιχειρηματίας, είναι ο Έλληνας που είχε ανοιχτή πρόσκληση σε καζίνο του εξωτερικού για να παίξει με όλα τα έξοδα πληρωμένα, που έζησε όσο κανένας, τη μυθολογία του τζόγου στα Καζίνο και περιγράφει τα βιώματά του…Δηλώνει ότι απόλαυσε τη ζωή και τα δώρα της και δεν μετάνιωσε για τον τρόπο που της φέρθηκε.

Όταν σκέφτεστε τώρα τη ζωή σας τι λέτε;
Έκανα καλή ζωή. Είχα συντροφιές καλές, φίλους ωραίους, έμπαινα σε σαλόνια που δεν μπαίνεις εύκολα. Όμως δεν παραμελούσα και τη δουλειά μου, τις ημέρες της απουσίας μου υπήρχαν άνθρωποι που με αναπλήρωναν. Δούλεψα πολύ, στο κάτω- κάτω, δημιούργησα από το μηδέν την επιχείρησή μου.

Τότε που σας γνώριζαν όλοι, που είχατε «πρόσωπο» παντού, πως ήταν για σας;
Τα πάντα για μένα ήταν προσβάσιμα. Μπορούσα να έχω ανοιχτεί περισσότερο στην αγορά, δεν το έκανα. Δεν φταίει το καζίνο, μια διστακτικότητα φταίει που είχε τη ρίζα της στην οικογένεια. Ήδη δεν μ΄ έβλεπαν αρκετά, ήδη υπήρχε μια διαφωνία από πλευράς αντίληψης των πραγμάτων. Έζησα τη μεγάλη ζωή, αλλά είχα κι εγώ οικονομική ευχέρεια. Στη Ρόδο λειτουργούσα ως ένας σοβαρός επιχειρηματίας, μέσα στα πρώτα ονόματα. Όταν ήμουν εκτός Ρόδου, ή εκτός Ελλάδας. ζούσα την άλλη ζωή.

Είναι αλήθεια ότι το καζίνο του Μόντε Κάρλο σας έστειλε πρόσκληση, με όλα τα έξοδα πληρωμένα και μάλιστα δύο φορές;
Ναι. Καλούσαν επιλεκτικά παίκτες, να παίξουν στο Καζίνο τους γιατί είχαν μπει δυναμικά σ΄ αυτό και οι πρώην ανατολικές χώρες και προσπαθούσαν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. Στέλεχός τους έκανε έρευνα σε κάθε χώρα για να επιλέξει τους καλούς παίκτες. Από την Ελλάδα επέλεξε 17. Από τη Ρόδο εμένα.

Εποχές;
Ή πρώτη φορά ήταν το 1975. Και τις δύο έμεινα στο Hermitage, ένα ξενοδοχείο που σου κόβει την ανάσα, στην καρδιά του Μόντε Κάρλο, δίπλα στο Καζίνο. Όλα πληρωμένα, με έξτρα παροχές το ξενοδοχείο. Από τη στιγμή που πήγα μέχρι που έφυγα δεν έβαλα το χέρι στη τσέπη.

Παίξατε όμως.
Φυσικά. Την πρώτη φορά κέρδισα μάλιστα ένα ποσόν.

Έτσι γίνεται πάντα; Συνήθως την πρώτη φορά κερδίζεις;
Δεν είναι έτσι ακριβώς.

Ποια ήταν η πρώτη φορά που μπήκατε σε καζίνο;
Είχα πάει σ’ αυτό της Κέρκυρας. Ήταν το 1963.

Στο Καζίνο της Ρόδου δεν παίζατε;
Απαγορευόταν η είσοδος στους Ροδίτες, πλην Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Το είχε τότε ένας Γερμανός, από πριγκιπική οικογένεια, ο Ριχτόφεν. Από το 1970 που έγινε το Καζίνο της Πάρνηθας ξεκίνησα να πηγαίνω εκεί, αλλά και στο εξωτερικό.
Έπαιζα σ’ όλα τα ανατολικά κράτη. Έπαιζα συχνά στη Βουλγαρία, επί κομμουνιστικού καθεστώτος. Έφτα-να με τ’ αυτοκίνητό μου στη Σόφια. Μ’ έβλεπαν οι Έλληνες που ζούσαν εκεί, μου φώναζαν «μας έφερες καμιά εφημερίδα;». Θυμάμαι πως τους απομάκρυναν οι Βούλγαροι. Έπαιζα στο Σάλσμπουργκ της Αυστρίας, στην Πράγα, στη Βουδαπέστη, στην Μπρατισλάβα της Σλοβακίας, στο Βουκουρέστι τις εποχές μετά την πτώση του Τσαουσέσκου, στα σύνορα Γαλλίας με Ελβετία…

Σας καλούσαν;
Από κάποια στιγμή και μετά με καλούσαν, για μένα όλα ήταν δωρεάν!

Ποιο ήταν το αγαπημένο σας παιχνίδι;
Το παιχνίδι που με γοήτευε ήταν ο Μπακαράς, αλλά και το Μπλακ Τζακ κι η Ρουλέτα.

Παίζονται με μεγάλα ποσά;
Το μίνιμουμ είναι μικρό, αλλά έχουν μεγάλο μάξιμουμ.

Κερδίζατε ή χάνατε συνήθως;
Μέχρι που έπαιζα στην Πάρνηθα και στα Καζίνο του εξωτερικού ήμουν στο συν. Από τότε που άνοιξε το Καζίνο της Ρόδου είμαι στο μείον, σε μεγάλο ποσοστό. Κι αυτό γιατί σταμάτησε το ανακάτεμα της τράπουλας με τον παραδοσιακό τρόπο και την ανακατεύει το ηλεκτρονικό κουτί, κάτι που συμβαίνει σ΄ όλα τα καζίνο της Ελλάδας βέβαια. Από τότε δεν πάει άνθρωπος στο ταμείο. Φεύγω από Θεσσαλονίκη και πάω στα σύνορα της Δοϊράνης ή στο Γευγελή ή στα σύνορα της Βουλγαρίας και παίζω. Εκεί παίζουν το παλιό παιχνίδι με το ανακάτεμα της τράπουλας.

Τι σας τράβηξε στα καζίνο, ο τζόγος;
Με ενθουσίασε από την αρχή η αίγλη του, ο πλούτος, το ντύσιμο των ανθρώπων που έπρεπε να είναι βραδινό, οι ωραίες γυναίκες, που συνόδευα κι εγώ εκεί κι ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που με καλούσαν. Τώρα άλλαξαν τα πράγματα, μπαίνεις και με τη σαγιονάρα.

Τώρα παίζετε;
Κάπου-κάπου.

Έχετε δει περιουσίες να χάνονται μέσα σε μια στιγμή;
Όχι, δεν έχω δει να χάνονται περιουσίες. Έπαιζα πάντα με ανθρώπους που ξέρουν να παίζουν, είτε στο καζίνο, είτε στα καλύτερα σπίτια. Κι επειδή το επίπεδο ήταν πολύ ανεβασμένο μπορώ να σας πω ότι δεν μιλούσα πολύ, για να μην πω κάτι λάθος. Με θεωρούσαν ολιγόλογο και σοβαρό, κέρδιζα τις εντυπώσεις μ΄ αυτό τον τρόπο κι ας το έκανα από ανασφάλεια εγώ.

Θα έχετε δει όμως άλλους ανθρώπους να χάνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν.
Έχω δει. Αν πας να παίξεις με 200-300 ευρώ είναι η χαρά τους, ξέρουν ότι θα σου τα πάρουν. Τον «λεφτά» τον φοβούνται γατί έχει αντοχές. Θα χάνει, θα χάνει, αλλά μπορεί να γυρίσει κάποια στιγμή και να τους τα πάρει. Ο μισθωτός ούτε απ΄ έξω δεν πρέπει να περνάει από το καζίνο. Δεν έχει ιδέα από το παιχνίδι, δεν ξέρει τους όρους του παιχνιδιού, είναι καταδικασμένος. Το καζίνο είναι ένα σπορ ακριβό και μόνο γι αυτούς που έχουν μεγάλα εισοδήματα και μπορούν ν΄ αντέξουν. Εμένα η εφημερίδα «Πρόοδος» του 1971, με εμφάνιζε σύμφωνα με τη φορολογική μου δήλωση ως τον 13ο εκατομμυριούχο της Ρόδου, από τους 40 που είχε στη λίστα της.

Κάποιος που έχασε λεφτά πρέπει να ξαναπάει για να ρεφάρει;
Ο Δημητρίου, που άνοιξε το καζίνο της Πάρνηθας, πέθανε τώρα αυτός, είχε πει ότι «κερδισμένος είναι αυτός που ξέχασε τι έγινε χθες». Για παράδειγμα: αν έχασες χθες 1.000 ευρώ και σήμερα κερδίζεις 500 και δεν σηκώνεσαι να τα πάρεις και να φύγεις γιατί θέλεις να ρεφάρεις με τα χθεσινά, τότε θα τα χάσεις όλα.

“Η συνέντευξη δόθηκε και δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα “ΡΟΔΙΑΚΗ”.”

Σχόλια